έκφρων

-ον (AM ἔκφρων, -ον)
1. έξω φρενών, εκτός εαυτού, παράφρων, έξαλλος
2. μωρός, ανόητος, ηλίθιος
3. (για ποιητές ή βακχίδες) αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση έξαλλου ενθουσιασμού ή εμπνεύσεως («ἔκφρων καὶ ὁ νοῡς μηκέτι ἐν αὐτῷ ἐνῇ», Πλάτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔκφρων — out of one s mind masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφρονέστερον — ἔκφρων out of one s mind masc acc comp sg ἔκφρων out of one s mind neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκφρον — ἔκφρων out of one s mind masc/fem voc sg ἔκφρων out of one s mind neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκφρονα — ἔκφρων out of one s mind neut nom/voc/acc pl ἔκφρων out of one s mind masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφρόνων — ἔκφρων out of one s mind gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφρόνως — ἔκφρων out of one s mind adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκφρονας — ἔκφρων out of one s mind masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκφρονες — ἔκφρων out of one s mind masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκφρονι — ἔκφρων out of one s mind dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκφρονος — ἔκφρων out of one s mind gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.